κοινοβουλευτισμός

κοινοβουλευτισμός
Θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι η προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Κατά το Σύνταγμα θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, υπάρχουν υπέρ του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Όλες οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι όμως έμμεσες, γεγονός που σημαίνει ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται απευθείας από τους πολίτες αλλά από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους, τους βουλευτές. Η Βουλή είναι επιφορτισμένη με το νομοθετικό έργο και με την άσκηση ελέγχου στην κυβέρνηση (κοινοβουλευτικός έλεγχος). Η κατοχύρωση του κ. εξασφαλίζεται με την άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι η ψήφος εμπιστοσύνης και δυσπιστίας από τη Βουλή προς την κυβέρνηση. Μέσα σε 15 ημέρες από την ορκωμοσία του νέου πρωθυπουργού η κυβέρνηση πρέπει να ζητήσει και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης όποτε άλλοτε το θελήσει. Επίσης, είναι δυνατή και η διατύπωση πρότασης δυσπιστίας προς την κυβέρνηση από τουλάχιστον πενήντα βουλευτές. Για να γίνει δεκτή η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να υπερψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών. Άλλα μέσα άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι οι αναφορές, οι ερωτήσεις, οι επίκαιρες ερωτήσεις, οι επερωτήσεις, οι επίκαιρες επερωτήσεις και οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων. Ο κ. αποτελεί εχέγγυο για την τήρηση της δημοκρατίας και την αποφυγή του σφετερισμού της εξουσίας από τις κυβερνήσεις. Η αρχή του κ. καθιερώθηκε το 1875 μετά τη διατύπωσή της από τον Χαρίλαο Τρικούπη. Σύμφωνα με αυτήν, ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α’ δεσμεύτηκε να διορίζει κυβέρνηση που θα απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση έπαψε να είναι υποχείριο του βασιλιά.
* * *
ο
το κοινοβουλευτικό σύστημα (βλ. κοινοβουλευτικός).
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. parlementarisme. Η λ. σχηματίστηκε από το θ. τού κοινοβουλευτ-ικός + κατάλ. -ισμός και μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα Εφημερίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • κοινοβουλευτισμός — ο πολιτικό σύστημα κατά το οποίο η κυβέρνηση πρέπει να προέρχεται από τη λαϊκή θέληση, κοινοβουλευτικό σύστημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεσμός δικαίου — Το σύνολο των νομικών κανόνων που ρυθμίζουν ορισμένη κατηγορία εννόμων σχέσεων, για παράδειγμα ο θεσμός της ιδιοκτησίας, του γάμου, της γονεϊκής εξουσίας στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, και ο θεσμός της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας της… …   Dictionary of Greek

  • -ισμός — (ΑΜ ισμός) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. μός, η οποία σχηματίζει μεταρρηματικά παρ. (πρβλ. πνιγ μός < πνίγ ω, συρ μός < σύρ ω) από το θ. σε ισ τού αορ. τών ρ. σε ίζω (πρβλ. εξ ε φόβ ισ α < εκ φοβ ισ μός, χώρ ισ α > χωρ ισ μός). Η κατάλ …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • λορδός — (lord). Τίτλος ευγενείας. Στη Μεγάλη Βρετανία ο τίτλος αναφέρεται γενικά σε πρίγκιπα ή μονάρχη, καθώς και σε φεουδάρχη ανώτερης βαθμίδας, ο οποίος υπάγεται άμεσα στην εξουσία του βασιλιά. Αφορά τους κληρονόμους του τίτλου, οι οποίοι δικαιούνται… …   Dictionary of Greek

  • λόρδος — (lord). Τίτλος ευγενείας. Στη Μεγάλη Βρετανία ο τίτλος αναφέρεται γενικά σε πρίγκιπα ή μονάρχη, καθώς και σε φεουδάρχη ανώτερης βαθμίδας, ο οποίος υπάγεται άμεσα στην εξουσία του βασιλιά. Αφορά τους κληρονόμους του τίτλου, οι οποίοι δικαιούνται… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • Μάξιμος, Σεραφείμ — (Γάνος Ανατολικής Θράκης 1899 – Βιέννη 1962). Δημοσιογράφος και πολιτικός. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε εκεί έως το 1922, δρώντας ως μέλος της Πανεργατικής Ένωσης. Διετέλεσε πολλές φορές αντιπρόσωπος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”